Readings in Geopolitics. Leituras de Geopolítica. Lesungen in Geopolitik

LEITURAS DE GEOPOLÍTICA . READINGS IN GEOPOLITICS. PROF. DR. DARCY CARVALHO. FEA-USP.  SÃO PAULO. SP. BRAZIL . 07/08/2019

地政学的な読み Chiseigaku-tekina Yomi. 政治 Dìyuán Zhèngzhì Dúwù. Lesungen in Geopolitik. Lectures de Geopolitique. Геополитические Чтения. Lecturas de Geopolítica

Preliminary considerations. Origins and foundations of Geopolitics. Schools of geopolitical thought. Basic elements of Geopolitics. Geopolitical theories. Evolution of geopolitical thinking

CONSIDERAÇÕES PRELIMINARESORIGENS E FUNDAMENTOS DA GEOPOLÍTICAESCOLAS DE PENSAMENTO GEOPOLÍTICO. ELEMENTOS BÁSICOS DA GEOPOLÍTICA. TEORIAS GEOPOLÍTICAS. EVOLUÇÃO DO PENSAMENTO GEOPOLÍTICO
ON THIS PAGE WE SHALL PRESENT WORKS ON GEOPOLITICS UPLOADED  BY DARCY CARVALHO CREATOR ARCHIVE. ORG MEMBER AND A FEW BIBLIOGRAPHIES BY RESEARCHERS WHICH PERMIT TO ASSESS THE AREAS OF INTEREST OF GEOPOLITICS IN THE PRESENT DAYS.
BIBLIOGRAPHIES OF GEOPOLITICS
WORKS ON GEOPOLITICS UPLOADED  BY DARCY CARVALHO CREATOR ARCHIVE. ORG MEMBER
01
I. Instituto de Estudios Geoestratégicos: Curso de Geopolítica. Bogota, Colombia, 2005. 141 paginas.. Introduccíon; Elementos de Geopolitica; Geopolitica e História; Estado y Geopolitica ; Ciclo vital del Estado; Geopolitica y orden mundial bipolar; transicion global de los anos noventa - escenarios futuros; bibliografia;   II. Geoestrategia y seguridad hemisférica. aproximacíon a la Geoestrategia; orden mundial, Geoestrategia y terrorismo; incertidumbres y posibilidades de la seguridad hemisférica; cooperacíon para la seguridad hemisférica; bibliografia;   3 Liderazgo y poder; un paralelo imposible; Bibliografia; la Geopolítica segun Pierre Gallois. 
 02 
RUSSEL H. FIFIELD: GEOPOLITICS IN PRINCIPLE AND IN PRACTICE. 

Geopolitics. Part one. Geopolitics in principle. Part two. Geopolitics in practice. Japan as a successful example of Asian Geopolitics. List of maps. Definição e escopo da Geopolítica. Geopolítica em teoria, Geopolítica na prática. Original from the library of Aroldo de Azevedo, Brazilian Geographer.

η έννοια της γεωπολιτικής . The concept of Geopolitics
Σύνοψη
Το κεφάλαιο αυτό ξεκινάει με την έννοια της γεωπολιτικής και με τις αρχικές επιφυλάξεις για τον νέο αυτόν κλάδο. Στη συνέχεια εξετάζεται η πορεία της γεωπολιτικής, η οποία διακρίνεται σε τέσσερις φάσεις: (1) 1890- 1945, κλασική γεωπολιτική, που αποτελούνταν από τη γερμανική Geopolitik και την αγγλοσαξονική σχολή (geopolitics) της διαπάλης μεταξύ θαλάσσιων και χερσαίων μεγάλων κρατών, (2) 1960-1975, η εποχή που αποτελεί μέρος της «πολιτικής της ισχύος», (3) 1975-1989, η περίοδος δύο διαφορετικών γεωπολιτικών κλάδων, της γεωστρατηγικής (geostrategy), κυρίως στις ΗΠΑ, και της γαλλικής géopolitique, που δίνει έμφαση στην περιβαλλοντική διάσταση και (4) 1990-σήμερα, η μεταδιπολική εποχή των πλειόνων τάσεων, με κύρια καινούρια τάση την κριτική γεωπολιτική (critical geopolitics), που ασκεί δριμεία κριτική στην κλασική γεωπολιτική και στις σημερινές εκφάνσεις της (όπως η γεωοικονομία, ο γεωπολιτισμός και άλλες μεγαλειώδεις «πανοραμικές» τάσεις), θεωρώντας τις κοινωνικές κατασκευές, στρατευμένους κλάδους υπέρ του ηγεμονισμού ορισμένων μεγάλων δυνάμεων.
Εισαγωγή
Η γεωγραφική διάσταση της πολιτικής (γεωγραφική θέση, φυσικά σύνορα, έξοδος σε ανοικτή θάλασσα, φυ- σικοί πόροι, μέγεθος, κλίμα, υπέδαφος κ.λπ.) είναι ζήτημα που έχει απασχολήσει τη διανόηση από την ελλη- νική αρχαιότητα, με κύριους εκπροσώπους τον Ηρόδοτο (484-424 π.Χ.) και τον Αριστοτέλη, μέχρι και τον Διαφωτισμό, με κύριους εκπροσώπους τον Montesquieu, στο έργο του Πνεύμα των Νόμων (1748) και τον Γάλλο φιλελεύθερο οικονομολόγο, φιλόσοφο του Διαφωτισμού και πολιτικό Turgot (1727-1781) με το έργο του Géographie politique (1752).576
Από την πολιτική γεωγραφία προέκυψε η «γεωπολιτική», όρος που οφείλεται στον Σουηδό πολιτικό επιστήμονα Rudolf Kjellen (1864-1922). Η γεωπολιτική, η έρευνα της διεθνούς συμπεριφοράς των κρατών και της διεθνούς πολιτικής «από τη χωρική ή γεωγραφική τους διάσταση»577 ή αλλιώς «η μελέτη της επιρρο- ής των γεωγραφικών παραγόντων στην πολιτική δράση»,578 βρίσκεται τις τελευταίες δεκαετίες και πάλι στο επίκεντρο της συζήτησης. Ωστόσο πρόκειται για διαφιλονικούμενη οπτική. Για ορισμένους είναι βασικό ερ- γαλείο για την ανάλυση, κατανόηση και πρόβλεψη της διεθνούς πολιτικής (και ειδικότερα της εξωτερικής πολιτικής των μεγάλων κρατών), για άλλους δεν είναι καν προσέγγιση με επιστημονικά εχέγγυα αλλά επινό- ηση με στόχο την κυριαρχία ορισμένων μεγάλων κρατών.579 Για ορισμένους τίθεται με όρους ντετερμινιστι- κούς, που χωράνε ελάχιστη ή καμία απόκλιση, για άλλους (τους περισσότερους σήμερα) θέτει ορισμένες βα- σικές παραμέτρους (π.χ. μια ναυτική χώρα δεν μπορεί να είναι χώρα χωρίς θάλασσα), αλλά υπάρχουν περι- θώρια για διαφορετικές πολιτικές και αποκλίσεις με βάση άλλα κριτήρια, πολιτικά, πολιτισμικά, εθνικά, οι- κονομικά κ.ά.
Στα 120 και πλέον έτη από την πρώτη εμφάνιση της γεωπολιτικής έχει να παρουσιάσει διάφορες εκ- δοχές, ορισμένες από τις οποίες είναι ασύμβατες μεταξύ τους, σαν να πρόκειται για εντελώς διαφορετικές υποεπιστήμες, π.χ. η αμερικανική γεωστρατηγική σχολή και η γαλλική γεωπολιτική του περιβάλλοντος. Η γεωπολιτική, με τα πλείονα πρόσωπά της, έχει περάσει από διάφορες φάσεις από το 1890 μέχρι σήμερα:
1. 1890-1945: Πρόκειται για τη γνωστή ως κλασική γεωπολιτική, που αποτελούνταν από τη γερμα- νική Geopolitik, που εμπνεύστηκε από τη βιολογία, και την αγγλοσαξονική σχολή (geopolitics) της διαπάλης μεταξύ θαλάσσιων και χερσαίων μεγάλων κρατών.
2. 1960-1975: Είναι η εποχή που αποτελεί μέρος της σκληρής εκδοχής του ρεαλισμού, της «πολιτι- κής της ισχύος» (της Realpolitik), κυρίως στις ΗΠΑ και εν μέρει στη Βρετανία.
3. 1975-1989: Αναφύονται δύο εντελώς διαφορετικοί γεωπολιτικοί κλάδοι, η γεωστρατηγική (geostrategy) και «υψηλή στρατηγική» (grand strategy), κυρίως στις ΗΠΑ και εν μέρει στη Βρε- τανία, και η νέα γεωπολιτική, η γαλλική géopolitique, που δίνει έμφαση στην περιβαλλοντική διάσταση.
4. 1990-σήμερα: Πρόκειται για τη μεταδιπολική εποχή των πλειόνων τάσεων, με διάφορες μεγα- λειώδεις «πανοραμικές» εκδοχές, με κύρια νέα τάση την κριτική γεωπολιτική (critical geopolitics), αρχικά στις ΗΠΑ.
Η γεωπολιτική συνδυάζει τη γεωγραφία με τη διεθνή πολιτική και την πολιτική επιστήμη. Από τότε όμως που ξεκίνησε την πορεία της υπήρχαν αμφιβολίες ως προς τα επιστημονικά της εχέγγυα. Οι παραδοσια-
κοί γεωγράφοι εκλάμβαναν τη γεωπολιτική στην καλύτερη περίπτωση ως συνώνυμη της πολιτικής γεωγραφί- ας, στη χειρότερη ως ψευδοεπιστήμη. Η κυρίαρχη άποψη σ’ αυτά τα θέματα κινούνταν στα πλαίσια του γνω- στού ως περιβαλλοντικού-γεωγραφικού «δυνητισμού» (possibilism) του μεγάλου Γάλλου πολιτικού γεωγρά- φου Paul Vidal de la Blanche (1845-1918), που υποστήριζε ότι οι γεωγραφικοί παράγοντες θέτουν πλαίσια και περιορισμούς στις ανθρώπινες κοινωνίες, προσφέροντας διαφορετικές δυνατότητες δράσης, χωρίς όμως να υφίσταται ντετερμινισμός. Οι περισσότεροι κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, από την άλλη, δεν δέχονταν ότι οι γεωγραφικές συνιστώσες μπορεί να είναι απολύτως καθοριστικές στη διεθνή πολιτική. Επί- σης, από νωρίς είχε επισημανθεί η στράτευση της αρχικής γεωπολιτικής οπτικής στην υπηρεσία του επεκτα- τισμού και ιμπεριαλισμού ορισμένων Μεγάλων Δυνάμεων, κάτι μη αποδεκτό για επιστημονική ενατένιση. Αυτό το είχαν τονίσει ήδη πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σημαντικοί γεωγράφοι και αναρχικοί, όπως ο Γάλλος Élisée Reclus (1830-1905) και ο Ρώσος Piotr Kropotkin (1842-1921), οι οποίοι μάλιστα αναδείκνυαν την περιβαλλοντική διάσταση της πολιτικής γεωγραφίας. Στον Μεσοπόλεμο ανάλογη κριτική άσκησε ο Al- bert Demangeon (1872-1940), o πλέον διακεκριμένος Γάλλος πολιτικός γεωγράφος της εποχής εκείνης.580
Παρά τις αντιρρήσεις, η γεωπολιτική κέρδισε έδαφος μέσα στο πνεύμα του fin de siècle (το τέλος του 19ου αιώνα), μιας εποχής αμφιβολιών, απαισιοδοξίας και κυνισμού που επικράτησε στην Ευρώπη στο πέρα- σμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Έγινε της μόδας κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μεγάλων κρα- τών που αναζητούσαν εύληπτες συνταγές με όρους Realpolitik. Αυτός άλλωστε ήταν και ο σκοπός της ίδιας της αρχικής «κλασικής γεωπολιτικής», που φιλοδοξούσε, κατά την έκφραση ενός εκ των ιδρυτών της, να λει- τουργήσει σαν ένα «φτερωτό αγγελάκι» που θα ψιθυρίζει σοφές υποδείξεις στο αυτί των πολιτικών και δι- πλωματών όταν εκείνοι θα λάμβαναν τις μεγάλες αποφάσεις στη διεθνή πολιτική. Το βέβαιο είναι ότι από την αρχή η γεωπολιτική ήταν καταφανώς εθνοκεντρική (όπως και η συγγενής της παραδοσιακή στρατηγική, βλ. Κεφάλαιο 4), κυρίως η οπτική ενός κράτους ισχυρού, προκειμένου να διατηρήσει ή να μεγιστοποιήσει την ισχύ του στο διεθνές στερέωμα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, από τότε που ξεκίνησε την πο- ρεία της η γεωπολιτική.
Η κλασική γεωπολιτική (1890-1940)
Η γερμανική σχολή
Ο πρώτος που διατύπωσε μια ολοκληρωμένη γεωπολιτική θεώρηση είναι ο Γερμανός γεωγράφος Friedrich Ratzel (1844-1904),581 ιδρυτής της γερμανικής σχολής της γεωπολιτικής, γνωστής μετά ως Geopolitik. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Ratzel, επηρεασμένος από τις θεωρίες της εξέλιξης των ειδών του Charles Darwin (1809-1882), από τον κοινωνικό δαρβινισμό και από τις θέσεις του ζωολόγου Εrnst Haeckel (1834-1919) (ε- νός από τους κύριους υποστηρικτές του επιστημονικού ρατσισμού, που πρέσβευε ότι οι «ανθρώπινες φυλές» είναι εντελώς ξεχωριστές και ιεραρχικά δομημένες), παρομοίασε τα κράτη με «ζωντανούς οργανισμούς», που, όπως τα ζώα στη δαρβινική θεωρία (ο Ratzel είχε σπουδάσει ζωολογία και βιολογία) αναδύονται συνε- χώς σε έναν ανελέητο αγώνα επιβίωσης σε έναν χώρο [Raum]). Στα έργα του, και κατά κύριο λόγο στο ογκώ- δες βιβλίο του Πολιτική Γεωγραφία του 1896, υποστήριξε ότι τα κράτη που αγωνίζονται για την επιβίωσή τους δεν μπορούν να περιοριστούν σε έναν χώρο περιορισμένο και δεδομένο. Σε αντίθεση με τα αποτυχημένα κράτη, τα επιτυχημένα κράτη που διαθέτουν υψηλό «πολιτισμό» (Kultur στα γερμανικά) διακρίνονται για τις συνεχείς επεκτάσεις σε βάρος άλλων χωρών που τις καταλαμβάνουν και θέτουν σε αυτές τη βαρύνουσα πολι- τισμική σφραγίδα τους. Η μη επέκταση οδηγεί σε αποδυνάμωση, μαρασμό και ίσως εξαφάνιση. Το κύριο στοιχείο ενός μεγάλου κράτους ήταν, κατά τον Ratzel, η ισχύς (Macht). Με βάση την ισχύ ένα ισχυρό κράτος επιτυγχάνει να κυριαρχήσει στην περιοχή του. Κατά τον Ratzel, κάθε μεγάλο κράτος με αυξανόμενο πληθυ- σμό και ζωτικότητα έχει ανάγκη από όλο και ευρύτερο «ζωτικό χώρο» (Lebensraum) για να θρέψει τον λαό του και να αναπτύξει τον πολιτισμό του. Απαραίτητο στοιχείο για τη δυνατότητα επέκτασης είναι η ύπαρξη μιας μάζας δυναμικού αγροτικού πληθυσμού που αποτελείται από ανεξάρτητους γεωργούς (και όχι δουλοπά- ροικους). Χώρες που, όπως η Γερμανία, αν και μεγάλες και ισχυρές, δεν έχουν στη διάθεσή τους μεγάλο φυ- σικό χώρο, όπως αντίθετα διαθέτει η Κίνα, η Ρωσία ή οι ΗΠΑ, θα πρέπει να τον αποκτήσουν με επέκταση των συνόρων τους, με αποικίες, με εγκατάσταση εποίκων και με τη δημιουργία μεγάλου ικανότατου και καλά εξοπλισμένου στρατού, καθώς και ισχυρού εμπορικού και πολεμικού ναυτικού (το τελευταίο σημείο το δα- νείστηκε κυρίως από τον Mahan, βλ. γι’ αυτόν παρακάτω).582
Η διάδοση και συστηματοποίηση των ιδεών του Ratzel οφείλεται στον Σουηδό Rudolf Kjellen (καθη- γητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα), ο οποίος ήταν πιο απόλυτος στις απόψεις του περί γεωπολιτικής.583 Ο γερμανόφιλος Kjellen, ανησυχώντας για την έλευση ενός καταστροφικού ευρωπαϊ- κού πολέμου και για την τύχη της μικρής χώρας του, υποστήριξε την επικράτηση ενός μεγάλου κράτους, μιας ειρηνόφιλης Γερμανίας στην Κεντρική Ευρώπη, που θα λειτουργούσε ως προστάτης των μικρών χωρών, ό- πως της Σουηδίας. Επίσης υποστήριζε ότι η Γερμανία, για να αναπτυχθεί, χρειαζόταν να έχει υπό τον έλεγχό της εκτός από την κεντρική Ευρώπη και άλλες περιοχές, όπως η νοτιοανατολική Ευρώπη, η Εγγύς Ανατολή και η Αφρική. Ο Kjellen, εμπνεόμενος από τον Ratzel, θεωρούσε ότι η γεωπολιτική στηριζόταν σε τέσσερις πυλώνες:584
στο Reich (κράτος) ως εδαφική έννοια που έχει ανάγκη ζωτικού χώρου (⦁ Lebensraum),
στον λαό (Volk) ως την πληθυσμιακή-φυλετική διάσταση του κράτους,
στην ανάγκη για οικονομική αυτάρκεια μπροστά στις αλλαγές και στους κινδύνους της διεθνούς αγοράς,
στην κοινωνία (Gesellschaft) που ήταν η κοινωνική διάσταση της οργάνωσης ενός έθνους και συ- νέβαλε στην πολιτιστική της αίγλη.
Τα έργα του Kjellen, που συστηματοποιούσαν και παρουσίαζαν τις θεωρίες του Ratzel με πιο απόλυ- το και ντετερμινιστικό τρόπο, εκδόθηκαν στα γερμανικά το 1917 λίγο πριν την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχαν ιδιαίτερη επιρροή στη ναζιστική Γερμανία του Μεσοπολέμου.585
Ο τρίτος σημαντικός εκπρόσωπος της γερμανικής σχολής είναι ο Karl Haushofer (1869-1946). Ο κα- θηγητής Haushofer, στράτηγος κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδρυτής στη συνέχεια της σχολής της Γε- ωπολιτικής του Πανεπιστημίου του Μονάχου, εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Ratzel, του Kjellen και του Mackinder (βλ. παρακάτω για τον τελευταίο) και παρουσίασε με «μία ισχυρή δόση γερμανικού σοβινισμού», τη «νομιμοποιητική βάση για τον γερμανικό επεκτατισμό».586
Ο Haushofer θεωρούσε ότι τα κράτη αποτελούν ζωντανούς οργανισμούς άρρηκτα συνδεδεμένους με μία γη, έναν λαό και έναν στρατό που αγωνίζονται για το καλό της πατρίδας και για την επιβίωσή της. Υπο- στήριζε ότι τα σύνορα των κρατών αποτελούν «ζώνες μάχης» και όχι νομικά καθιερωμένες οριοθετήσεις με- ταξύ των κρατών (δηλαδή ήταν εναντίον βασικών αρχών του εξελισσόμενου διεθνούς δικαίου, όπως η εδαφι- κή ακεραιότητα και η κυριαρχία-ανεξαρτησία). Τα όρια μεταξύ των χωρών είναι κινητά, αλλάζουν ανάλογα με τη δύναμή τους ως ζωντανών οργανισμών. Αυτό είναι ο κατευθυντήριος κανόνας για τα ισχυρά κράτη, αν θέλουν να παραμείνουν ισχυρά κράτη και μεγάλες δυνάμεις. Η Γερμανία και η Iαπωνία, λόγω υπερπληθυ- σμού, πάσχουν από «έλλειψη χώρου», είχαν ανάγκη από ζωτικό χώρο (Lebensraum, στο οποίο έδινε και μία ψυχολογική διάσταση), γι’ αυτό ήταν ζωτικό γι’ αυτές να φέρουν υπό την κατοχή τους περισσότερα εδάφη και να διευρύνουν τη σφαίρα επιρροής τους σε γειτονικά κράτη ή σε άλλες περιοχές ή ηπείρους. Στη Γερμα- νία, η ψυχή αυτής της προσπάθειας για ζωτικό χώρο ήταν, κατά τον Haushofer (όπως και στον Ratzel), οι α- γρότες, αυτός ο αγνός, παραδοσιακός «ρομαντικός εθνικός» πληθυσμός, έτοιμος να αγωνιστεί για την πατρί- δα και να χύσει χωρίς ενδοιασμούς το αίμα του για τη δόξα της.587
Ο Haushofer πίστευε ότι ο μεγάλος εχθρός της Γερμανίας δεν ήταν τόσο η Ρωσία-Σοβιετική Ένωση («ο κλέφτης της στέπας» όπως την ονόμαζε) όσο οι «κλέφτες των θαλασσών» (ή «λύκοι των θαλασσών»), η Βρετανία και οι ΗΠΑ, με τον κοσμοπολιτισμό και την πλουτοκρατία τους και την προσπάθειά τους για τη διάδοση της ελευθερίας του εμπορίου και της δημοκρατίας. Ο Haushofer, που δεν είχε επηρεαστεί μόνο από τον Ratzel και τον Kjellen αλλά και από τον Mackinder,588 με τη θεωρία του περί της τελικής επικράτησης  της Kεντρικής Γης (βλ. παρακάτω), συμβούλευε το ναζιστικό καθεστώς589 η Γερμανία να συμμαχήσει με τη Σοβιετική Ένωση, προκειμένου οι δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις να εξασφαλίσουν την κυριαρχία στην Ευρασί- α. Η πρόσκαιρη συμμαχία Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης (το Σύμφωνο Ribbentrop-Molotov της 23ης Αυ- γούστου 1939) ήταν μία μεγάλη ικανοποίηση για τον Γερμανό γεωγράφο που όμως διάρκεσε λιγότερο από δύο χρόνια, καθώς ο Hitler αποφάσισε την επίθεση κατά της Ρωσίας, την Επιχείρηση Barbarossa που ξεκίνη- σε την 21η Iουνίου του 1941. Γενικά, ο Haushofer ήταν της άποψης ότι ο Hitler και οι άλλοι ναζί παρερμή- νευσαν τις θεωρίες του και ότι αυτές είχαν λίγη επιρροή στο ναζιστικό καθεστώς (ο ίδιος πάντως δεν ήταν μέλος του Ναζιστικού Kόμματος και κατά καιρούς είχε τεθεί υπό κράτηση και είχε μείνει έγκλειστος ακόμη και στο στρατόπεδο Νταχάου).590
Γενικότερα ο Haushofer ήταν οπαδός του Ευρασιατισμού, υπό την έννοια της επικράτησης στην Ευ- ρασία μίας ηγεμονίας υπό τη Γερμανία και τη Ρωσία ως συμμάχους που θα ανταγωνίζονταν την αγγλοαμερι- κανική ισχύ. Η πρόβλεψή του ήταν ότι τα μικρά κράτη ήταν ανασταλτικοί παράγοντες και δεν θα επιβίωναν, καθώς θα επικρατούσαν παγκοσμίως τέσσερις «παν-περιφέρειες»: η Ευρω-Αφρική, όπου μία ενωμένη Ευρώ- πη υπό τη Γερμανία θα ήλεγχε τις δύο ηπείρους και τη Μέση Ανατολή, η παν-Αμερική υπό τις ΗΠΑ, η παν- Ασία υπό την Tαπωνία σε συνδυασμό με την Kίνα, και η Σοβιετική Ένωση με ίσως μερικές μικρές προσθήκες στην Ασία. Στο πλαίσιο της ανάγκης για επεκτατισμό, με τα σύνορα ως ζώνες μάχης, η σχολή του Μονάχου ανέπτυξε και την «αμυντική γεωπολιτική» ή «γεωστρατηγική», ως τη στρατιωτική επιστήμη, η οποία, εκκι- νώντας από το Περί Πόλεμου του Clausewitz, είχε ως μέλημα τη συλλογή στοιχείων για το αποτελεσματικό- τερο μαζικό «κεραυνοβόλο πλήγμα» κατά του αντιπάλου.591
Η αγγλοσαξονική σχολή
Ο πρώτος γεωπολιτικός μελετητής στον αγγλοσαξονικό χώρο θεωρείται ο πλοίαρχος των ΗΠΑ Alfred Mahan (1840-1914), πρόεδρος του Naval War College, ο οποίος είναι πατέρας της μετέπειτα γνωστής ως γεωστρα- τηγικής. Υπήρξε ο πρώτος που υιοθέτησε τη διάκριση μεταξύ χερσαίων και θαλάσσιων μεγάλων δυνάμεων.
Ο Mahan είχε ως πρότυπο για τη χώρα του τη Βρετανία, και κατέγραψε το 1890 στο βιβλίο Η επιρροή της ναυτικής δύναμης στην ιστορία 1600-1783 τον θαυμασμό του για την παγκόσμια επικράτησή της ως θαλάσ- σιας δύναμης, με τον έλεγχο που ασκούσε μέσω του ισχυρού ναυτικού της και των σταθμών της ανά τον κό- σμο (αποικίες, ναυτικές βάσεις, θαλάσσιος έλεγχος κομβικών σημείων του διεθνούς εμπορίου και της ναυσι- πλοΐας κ.λπ.).
Για τον Mahan, μια πραγματική Μεγάλη Δύναμη θα έπρεπε να είναι θαλάσσια δύναμη, μια δύναμη που να ελέγχει τις θάλασσες, που να διαθέτει έναν μεγάλο εμπορικό στόλο και κυρίως ένα ισχυρό πολεμικό ναυτικό που να έχει συνεχή διεθνή παρουσία σε όλη την υδρόγειο και να ελέγχει όλα τα κομβικά θαλάσσια σημεία παγκοσμίως. Για να μπορεί μία χώρα να γίνει μεγάλη θαλάσσια δύναμη, θα πρέπει να διαθέτει μεγάλη ακτογραμμή, καλά λιμάνια και να βρίσκεται και να ελέγχει κυρίως την περιοχή βόρεια της Διώρυγας του Σουέζ και της Διώρυγας του Παναμά.592 Kαταγράφοντας τα κατ’ αυτόν πλεονεκτήματα των θαλάσσιων δυ- νάμεων έναντι των χερσαίων, προέτρεπε τις ΗΠΑ (μέσω και του φίλου του Theodore Roosevelt) να εγκατα- λείψουν τον απομονωτισμό τους και να επεκταθούν με αποικίες, να αποκτήσουν πανίσχυρο πολεμικό ναυτικό και να καταστούν μία από τις μεγάλες δυνάμεις. Όσον αφορούσε τη στρατιωτική πτυχή της γεωστρατηγικής, ο Mahan επηρεάστηκε κυρίως από το έργο του Ελβετού Antoine-Henri Jomini (1779-1869), στρατηγού αρχι- κά του Ναπολέοντα και στη συνέχεια του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄, του κύριου ανταγωνιστή του Clausewitz στη θεωρία της στρατιωτικής στρατηγικής. Το έργο του Mahan είχε γίνει γνωστό στην Ευρώπη, τόσο στη Βρετανία όσο και στη Γερμανία, και πιο συγκεκριμένα στον μεγαλομανή κάιζερ Γουλιέλμο Β΄ (ο οποίος στη συνέχεια επιδίωξε η Γερμανία να γίνει μεγάλη ναυτική δύναμη όπως η Βρετανία).593
Ο κύριος θεμελιωτής της αγγλοσαξονικής σχολής της γεωπολιτικής είναι ο Βρετανός γεωγράφος Halford Mackinder (1861-1947), αν και ποτέ του δεν χρησιμοποίησε τον όρο «γεωπολιτική» τον οποίο μάλι- στα αποστρεφόταν.594 Ο Mackinder, σε αντίθεση με τον Mahan, δεν ήταν αισιόδοξος για το μέλλον των ναυ- τικών δυνάμεων. Ο Βρετανός γεωγράφος ήταν ένας χαρακτηριστικός «αυτοκρατορικός Βρετανός» ο οποίος όριζε τη νέα διεθνή εποχή, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ως «μετακολομβιανή». Οι ανακαλύψεις είχαν τελειώσει με το τέλος της «κολομβιανής εποχής», με όλη τη Γη κατακτημένη και γνωστή από το ένα της ά- κρο έως το άλλο (με τελευταία εξαίρεση τις δύο αρκτικές περιοχές). Στη νέα εποχή, σε αντίθεση με την «κο- λομβιανή» των ανακαλύψεων (15ος-μέσα 19ου αιώνα), κατά την οποία είχαν επικρατήσει οι ναυτικές δυνάμεις (Πορτογαλία, Tσπανία, Ολλανδία και κυρίως Αγγλία-Βρετανία), η κυριαρχία θα επέστρεφε στην «Kεντρική Γη», όπως στην εποχή των μεγάλων μετακινήσεων κατά τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ., αρχικά των γερμανικών λαών, κατά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και στη συνέχεια των σλαβικών και μογγολικών. Αυτή η επικράτηση των χερσαίων δυνάμεων θα επερχόταν με τη συνδρομή της νέας τεχνολογίας, και κυρίως με την έλευση του σιδηροδρόμου, που έμελλε να αλλάξει τη σχέση μεταξύ χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων σε βά- ρος των δευτέρων.595
Κατά τον Βρετανό γεωγράφο, η «Κεντρική Γη» (Heartland) –ή «Μοχλός» (Pivot) όπως την είχε ονο- μάσει αρχικά– ήταν το κεντρικό τμήμα της Ευρασίας το οποίο ήταν απροσπέλαστο και απρόσιτο σε επιθέσεις από τις ναυτικές δυνάμεις. Αυτό θα ήταν το απόρθητο κάστρο της μεγάλης χερσαίας δύναμης. Ο Mackinder, σε μία περίφημη ομιλία του στη Royal Geographical Society στο Λονδίνο (1904), τοποθετήθηκε αποφθεγμα- τικά: «Όποιος κυβερνάει την Ανατολική Ευρώπη έχει το πρόσταγμα [commands] στην Κεντρική Γη. Όποιος κυβερνάει την Κεντρική Γη έχει το πρόσταγμα στην Παγκόσμια Νήσο [την Ευρασία], Όποιος κυριαρχεί στην Παγκόσμια Νήσο έχει το πρόσταγμα σε ολόκληρο τον Κόσμο».596 Κατά τον Βρετανό γεωγράφο, η ισχυρο- ποίηση της Κεντρικής Γης θα απέβαινε σε βάρος της «εσωτερικής» και «εξωτερικής ημισελήνου», δηλαδή των περιοχών που βρέχονταν από ανοικτές θάλασσες, γι’ αυτό συνιστούσε περαιτέρω ενδυνάμωση της Βρε- τανικής Αυτοκρατορίας και συνεχή επαγρύπνηση μπροστά στον γερμανικό και ρωσικό κίνδυνο πλήρους ε- λέγχου της Κεντρικής Γης.597
Μια άλλη προσωπικότητα που επηρέασε ειδικά την αμερικανική γεωπολιτική σκέψη ήταν ο Αμερι- κανός πολιτικός επιστήμονας Νicholas Spykman (1893-1943), ο οποίος επηρεάστηκε από τον Mahan και κυ- ρίως από τον Mackinder, ασκώντας όμως κριτική στον δεύτερο. Κατά τον Spykman, ο Mackinder είχε υπερε- κτιμήσει τις δυνατότητες της Κεντρικής Γης, και υποστήριξε ότι η γεωγραφική απομόνωση δεν ήταν παράγο-
ντας ισχύος αλλά μάλλον παράγοντας αδυναμίας. Επίσης δεν θεωρούσε δεδομένη την αντίθεση μεταξύ ναυ- τικών και χερσαίων δυνάμεων. Καίριο ρόλο για τον Spykman έπαιζαν τα «περιφερειακά εδάφη» ή «Στεφάνη» (Rimland), όπως τα ονόμασε, η περιοχή που βρισκόταν γύρω από την Κεντρική Γη (η εσωτερική ημισέληνος του Mackinder), η οποία μπορούσε να εμποδίσει τη μεγάλη χερσαία δύναμη της Κεντρικής Γης να αποκτήσει πρόσβαση και έξοδο στη θάλασσα. Κατά τον Spykman, όποιος «ελέγχει τη Στεφάνη κυβερνά την Ευρασία» και οποίος «κυβερνάει την Ευρασία ελέγχει τις τύχες του κόσμου». Οι ΗΠΑ θα πρέπει να ελέγχουν τη Στε- φάνη και να είναι σε θέση να ελέγχουν ως ναυτική δύναμη και δυνητικά ως παγκόσμια δύναμη όλη την υδρό- γειο. Με τη θεωρία του ο Spykman έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα πολιτική της «ανάσχεσης» της «σοβιε- τικής απειλής» που ανέπτυξε ο Kennan (βλ. Κεφάλαιο 1).598
Η σύγχρονη γεωπολιτική
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η γεωπολιτική εξαφανίστηκε ως λέξη και ως ευυπόληπτη επι- στημονική συζήτηση για περίπου ένα τέταρτο του αιώνα ένεκα της ταύτισής της στη Δύση με τον Hitler και τον ναζισμό. Όπως σημείωνε ο Γάλλος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και ρεαλιστής διεθνολόγος Raymond Aron (1905-1983), ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή στη ρεαλιστική σχολή στη Δύση και ειδικά στις ΗΠΑ, η γερ- μανική σχολή δεν ήταν στην ουσία παρά μία ιδεολογία, μία «βιολογική-γεωγραφική ιδεολογία» που με επι- στημονικοφανή επικάλυψη εξυπηρετούσε συγκεκριμένες ανάγκες και επιδιώξεις της Γερμανίας. Ο επεκτατι- σμός «καθίστατο αναπόφευκτος και νόμιμος, εφόσον επρόκειτο περί ζητήματος ζωής και θανάτου».599
Ωστόσο η λογική της γεωπολιτικής δεν είχε εξαφανιστεί, ειδικά η λογική της αγγλοσαξονικής σχο- λής. Αυτό που εξαφανίστηκε, τουλάχιστον στη σοβαρή επιστημονική συζήτηση, είναι η γερμανική σχολή, ειδικά ως προς τις δαρβινικές βιολογικές της θεμελιώσεις και στην ανάγκη συνεχούς εδαφικού επεκτατισμού (επιβίωσε μόνο σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής στις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ίχνη της βλέπουμε ακόμη και σήμερα στις απόψεις ορισμένων διανοητών στην Ελλάδα και στην Τουρκία, όπως ο πολιτικός φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998) και ο διεθνολόγος Ahmed Davutoğlu (στη συνέχεια υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός της Τουρκίας).
Αρχικά υπήρχε μία ενσωμάτωση πτυχών της γεωπολιτικής στη διεθνή πολιτική, ειδικά σε δύο πεδία, στην ανάλυση εξωτερικής πολιτικής και στις στρατηγικές σπουδές. Η ανάλυση εξωτερικής πολιτικής, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, εξέλαβε τη γεωπολιτική διάσταση ως μέρος του «επιχειρησιακού περιβάλλο- ντος» (εξωτερικοί συντελεστές) μέσα στο οποίο δρα, θέλοντας και μη, ένα κράτος στην εξωτερική πολιτική του (βλ. Κεφάλαιο 3.Α). Η διάσταση αυτή ωστόσο δεν σημαίνει ότι τα κράτη εγκλωβίζονται από τα γεωπολι- τικά δεδομένα κατά τρόπο ντετερμινιστικό χωρίς καμία επιλογή.600
Οι στρατηγικές σπουδές (βλ. Κεφάλαιο 4) που βρίσκονταν στον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1947-1971) σε μεγάλο άνοδο στη Δύση ήταν ο προνομιακός χώρος για τη διατήρηση της γεωπολιτικής οπτικής. Η γεωπο-
λιτική αυτή στη Δύση ήταν σχεδόν ταυτόσημη με τη σχολή του ρεαλισμού, ξεκινώντας από τη στρατηγική της ανάσχεσης του Spykman και του Kennan. Επίσης ακόμη πλανιόταν –και για ορισμένους ακόμη πλανά- ται– το φάντασμα-μπαμπούλας που είχε επινοήσει ο Mackinder το 1904, το ποιος θα έχει το πρόσταγμα στην Ανατολική Ευρώπη και στην Ευρασία, που μεταφραζόταν στον φόβο και στην αίσθηση απειλής της Δύσης, και κατ’ επέκταση στην ανάγκη υπεράσπισής της, από τον κίνδυνο επικράτησης μιας μεγάλης δύναμης στην
 εντρική Γη και μετά στην Ευρασία, με τη Σοβιετική Ένωση να έχει διαδεχτεί τη ναζιστική Γερμανία ως ο υποψήφιος γι’ αυτόν τον ρόλο.601
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά, κεντρικό ρόλο στην επιστροφή της γεωπολιτικής έπαιξε ο ρεαλιστής θεωρητικός των Διεθνών Σχέσεων Henry Kissinger, ο οποίος τη χρησιμοποίησε στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει την υπεροχή των ΗΠΑ στο διπολικό διεθνές σύστημα του Ψυχρού Πολέμου.602
Αλλά στη δεκαετία του 1970, η γεωπολιτική (η κλασική και η αμερικανική γεωστρατηγική) υπέστη την πρώτη συνολική της αμφισβήτηση από μια εξίσου στρατευμένη, αλλά εντελώς διαφορετική, σύλληψη της γεωπολιτικής, με ιδρυτή και κεντρική μορφή τον Γάλλο γεωγράφο Yves Lacoste στο Παρίσι με το περιοδικό Hérodote. Η «νέα γεωπολιτική», ξεκίνησε την πορεία της με μία καταιγιστική κριτική της γεωπολιτικής ως ψευδοεπιστήμης. Ο Lacoste, στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο La Géographie, ça sert, d'abord, à faire la guerre, υποστηρίζει ότι η παραδοσιακή γεωπολιτική βρίσκεται στην υπηρεσία του πολέμου, της επι- θετικότητας και της επιβολής των ισχυρών κρατών παγκοσμίως. Ο Lacoste και οι συνεργάτες του στο Hérodote εδραίωσαν μία νέα αντιεξουσιαστική γεωπολιτική, παίρνοντας το νήμα από τον Vidal de la Blanche και κυρίως από τον Reclus, ο οποίος, όπως είπαμε, είχε επισημάνει την περιβαλλοντική διάσταση της πολιτι- κής γεωγραφίας. Σε αντίθεση με την κλασική γεωπολιτική, η γαλλική σχολή, γνωστή ως géopolitique, δεν είναι κρατοκεντρική αλλά παγκόσμια στη θεώρηση της, με έμφαση στα περιβαλλοντικά προβλήματα του πλανήτη. Η ανθρωπότητα εκλαμβάνεται σαν ένα ενιαίο σύνολο και όχι ως κυρίαρχος της φύσης ικανός να τη μεταμορφώσει κατά το δοκούν, αλλά ως συμμέτοχος σε μία περιβαλλοντική ολότητα στην οποία η φύση πρέ- πει να αντιμετωπίζεται με φροντίδα, κατανόηση και σεβασμό. Επίσης τονίζει τη γεωγραφική διάσταση στον υπανάπτυκτο κόσμο στη μετααποικιακή εποχή.603
Ας επιστρέψουμε όμως και πάλι στην πιο καθιερωμένη γεωπολιτική του αγγλοσαξονικού χώρου, γνωστή πλέον και ως γεωστρατηγική και «υψηλή στρατηγική» (grand strategy) κατά την περίοδο του «Δεύ- τερου Ψυχρού Πόλεμου» (1977-1989), που διαδέχτηκε την Ύφεση της περιόδου 1973-1978 (που είχε οδηγή- σει στην Τελική Πράξη του Ελσίνκι το 1975). ύριοι εκπρόσωποι της γεωστρατηγικής είναι ιέρακες ρεαλι- στές διεθνολόγοι, όπως ο Βρετανοαμερικανός Colin Gray, οι Αμερικανοί Edward Luttwak και Zbigniew Brzezinski και βέβαια ο Kissinger.604
Το 1990, με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, υπήρχε μεγάλη αγωνία για το μέλλον, μετά την αρχική ευφορία περί του «Τέλους της Iστορίας» (Francis Fukuyama), δηλαδή του τέλους της σύγκρουσης μεταξύ διαφορετικών ιδεολογιών και την επικράτηση του φιλελευθέρου μοντέλου και των ΗΠΑ ως μοναδικής ηγε-
μονικής υπερδύναμης.605 Έτσι αναπτύχθηκαν, ειδικά στις ΗΠΑ, μορφές πολιτικής γεωγραφίας και γεωπολιτι- κής στον χώρο της μελέτης της διεθνούς πολιτικής που, όπως η κλασική γεωπολιτική, τείνουν στην πανορα- μική και διχοτομική παρουσίαση του διεθνούς χώρου με όρους μεγαλειώδεις και πανοραμικούς, όπως η κλα- σική αγγλοσαξονική γεωπολιτική. Στόχος των αναλύσεων αυτών που εμφανίζονται ως «μεγάλες θεωρίες» είναι «να συμβουλέψουν» τη Δύση και κατά κύριο λόγο την ηγέτιδα της Δύσης, τις ΗΠΑ, τι πρέπει να πράξει για να συνεχίσει να έχει το πάνω χέρι στην αβέβαιη και ρευστή σημερινή εποχή.606
Στη μεταψυχροπολεμική εποχή δίνεται έμφαση στη διαφορά μεταξύ διεθνούς τάξης στην «ευνομού- μενη δημοκρατική Δύση» από τη μια και της «αναρχίας» από την άλλη, η γνωστή ως διάκριση «Kόσμου- Χάους».607 Ο Luttwak υποστηρίζει ότι η «γεωοικονομία» παίρνει πλέον τη θέση της γεωπολιτικής (ή θα είναι η κύρια γεωπολιτική του σήμερα και του αύριο), με την κατ’ αυτόν σύγκρουση στο οικονομικό πεδίο παγκο- σμίως μεταξύ ΗΠΑ και Iαπωνίας,608 ή κατ’ άλλους ΗΠΑ-Kίνας. Ο Kissinger υποστηρίζει ότι στη μεταψυ- χροπολεμική εποχή υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί κόσμοι: ο πρώτος κόσμος είναι η Δύση, ο κόσμος της ειρήνης και της ευημερίας, ο δεύτερος ο κόσμος είναι ο κόσμος του ανταγωνισμού Ρωσίας-Kίνας-Iαπωνίας- Iνδίας, ο τρίτος κόσμος αφορά τη Μέση Ανατολή, με τις ανυπέρβλητες θρησκευτικές και ιδεολογικές συ- γκρούσεις (όπως η Ευρώπη των αρχών του 17ου αιώνα) και ο τέταρτος είναι ο κόσμος της Αφρικής της φτώ- χιας, των εμφύλιων συγκρούσεων και του AIDS.609 Ο Brzezinski παρουσιάζει την παγκόσμια «σκακιέρα» που αποτελείται από την Ευρασία (λίγο πολύ στο σκεπτικό του Mackinder) και παρουσιάζει διάφορες στρατηγι- κές με τις οποίες οι ΗΠΑ θα κατορθώσουν να έχουν εκεί τον έλεγχο και την πρωτοκαθεδρία.610 Ωστόσο τη μεγαλύτερη επιρροή και διάδοση είχε ο «γεωπολιτισμός» που πρότεινε ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Samuel Huntington, ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί με διεθνή θέματα.611
Κατά τον Huntington, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έχει φέρει στο προσκήνιο μία νέα παγκόσμια σύγκρουση, που χαρακτηρίζεται από ένα ανεξίτηλο «πολιτισμικό ρήγμα» (fault-line) μεταξύ της Δύσης και άλλων οκτώ «πολιτισμών» (βλ. παρακάτω Χάρτη), που ονόμασε «σύγκρουση πολιτισμών» (clash of civilizations). Οι άλλοι «πολιτισμοί» (που ορίζονται από τον συντηρητικό Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα με κριτήριο τη θρησκεία) δεν είναι πολιτισμικά σε θέση να ενστερνιστούν τις δυτικές αρχές της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου, της ανοχής και της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς, η Δύση δεν έχει άλλη επιλογή από τη σύγκρουση ή την απομόνωση από τους άλλους κόσμους. Ο Huntington πάντως είναι κατά της μετωπικής σύγκρουσης και υπέρ της αποστασιοποίησης από τους άλλους πολιτισμικούς κό- σμους.612
Στις σημερινές πολύ πιο επεξεργασμένες διεθνείς σπουδές οι κατασκευές αυτές πείθουν κυρίως το ευρύτερο κοινό και ορισμένους που λαμβάνουν αποφάσεις και πολύ λιγότερο την επιστημονική κοινότητα ιδιαίτερα σε σχέση με το τι συνέβαινε παλιότερα. Ειδικότερα όσον αφορά το σχήμα του Huntington, η θέση του διαθέτει μόνο μία επιφανειακή αληθοφάνεια. Δεν ευσταθεί, όπως έχουν δείξει ειδικοί από διάφορους επι- στημονικούς κλάδους. Δεν υπάρχουν αγεφύρωτα ρήγματα και διαφορές μεταξύ «πολιτισμών», όρος που άλ- λωστε δεν πείθει όπως τον παρουσιάζει ο Huntington. Το βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχουν μεγαλύτερες ή πε- ρισσότερες συγκρούσεις μεταξύ ομάδων που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτισμικο-θρησκευτικούς κό- σμους. Το εγχείρημα του Αμερικανού πολιτικού επιστήμονα έχει προφανώς ως αποδέκτη το νεοσυντηρητικό ρεύμα των ΗΠΑ που κινείται με μανιχαϊστικούς όρους, μεταξύ «ημών» (της Δύσης υπό τις ΗΠΑ) και «όλων των άλλων» οι οποίοι είναι διαφορετικοί.
Στη συνέχεια, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά, έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του ένα νέο πιο εκλεπτυσμένο ρεύμα στη γεωπολιτική, η κριτική γεωπολιτική (critical geopolitics), αρχικά στη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ και Kαναδάς) και στη συνέχεια στην lρλανδία, τη Βρετανία και στα σκανδιναβι- κά κράτη και αλλού, η οποία κινήθηκε στα αχνάρια της κριτικής σκέψης και του μεταμοντερνισμού (βλ. Kε- φάλαια 1 και 2). Kύριοι εκπρόσωποί της κριτικής γεωπολιτικής είναι ο John A. Agnew, o Simon Dalby, o Geároid Ó Tuathail, ο Klaus Dodds, o Paul Routledge, η Joanne Sharp κ.ά. Η κριτική γεωπολιτική δεν ορίζει τη γεωπολιτική ως την επιρροή της γεωγραφικής και χωρικής διάστασης στη διεθνή πολιτική αλλά ως την έρευνα «της πολιτικής της εγγραφής του πλανητικού χώρου» και της «γεωγραφικής φαντασίας», δηλαδή των γεωγραφικών υποθέσεων και αντιλήψεων οι οποίες αποτελούν νοητικές κατασκευές (επινοήσεις) που επηρε- άζουν τη λήψη αποφάσεων στη διεθνή πολιτική. Αποδομείται η κλασική γεωπολιτική, η σύγχρονη γεωστρα- τηγική, η γεωοικονομία και ο γεωπολιτισμός, ως καθαρές ασκήσεις ισχύος και εξουσίας (ως «γεω-ισχύς») και κάθε άλλο παρά αθώα επιστημονική συμβολή. Θεωρείται ενεργός και σκόπιμη πολιτική πράξη «εγγραφής» του παγκόσμιου χώρου, ως λόγος με στόχο την ηγεμονία των μεγάλων δυνάμεων και κυρίως ως ο ηγεμονικός λόγος των ΗΠΑ.613
Η κριτική γεωπολιτική οικοδομείται στη βάση τριών βασικών ιδεών: (1) ότι υπάρχει μία πολιτική – μία, θα λέγαμε, πολιτική σκοπιμότητα, μία πολιτική ατζέντα– πίσω από όλες τις μορφές γεωγραφικής γνώ- σης, ειδικά στην παραδοσιακή γεωπολιτική από τον Ratzel και τον Mackinder μέχρι τους σύγχρονους ρεαλι- στές συντηρητικούς αναλυτές, (2) ότι υπάρχουν συγκεκριμένες γεωγραφικές υποθέσεις πάνω στις οποίες δο- μούνται όλες οι πολιτικές πρακτικές και πρωτοβουλίες στη διεθνή σκηνή, και (3) προκειμένου να αποκαλυφ- θούν οι δύο παραπάνω ιδέες, απαραίτητη είναι μια αμφισβήτηση αυτών που εκλαμβάνονται «ως δεδομένα,  ως σταθερά και μόνιμα».614
Η κριτική γεωπολιτική εντοπίζει τους κυρίαρχους γεωπολιτικούς μύθους και τις γεωπολιτικές αφηγή- σεις που ταυτίζονται με θεμελιώδη θέματα των κρατών και των εθνοτικών ομάδων, όπως η ασφάλεια, το ε- δάφος/εδαφικότητα και η εθνική ή πολιτισμική ταυτότητα. Διαπιστώνεται έτσι ότι οι γεωπολιτικές αναλύσεις, από το 1900 και μετά, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διεθνή πολιτική των ισχυρών κρατών όχι επειδή οι θέσεις της γεωπολιτικής ήταν επιστημονικά ορθές –άλλωστε λίγο πολύ όλες διαψεύστηκαν και ας χρησιμοποιήθη- καν συνειδητά στη λήψη αποφάσεων στην εξωτερική τους πολιτική– αλλά επειδή αποτέλεσαν πειστικούς μύ- θους για αυτούς που άσκησαν εξωτερική πολιτική από τον κάιζερ Γουλιέλμο Β΄ και τον Hitler έως τις ΗΠΑ κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ή σήμερα στη μεταψυχροπολεμική εποχή ή εποχή μετά το 9/11. Στη σημερινή μετα-διπολική εποχή, οι μανιχαϊστικές γεωπολιτικές κατασκευές-μύθοι του Ψυχρού Πολέμου (Ανατολή-Δύση ως
«καλός-κακός», «Φίλος-Εχθρός») επανέρχονται σήμερα με τη διάκριση μεταξύ Kέντρου/Kόσμου από τη μία και Χάους από την άλλη: η Δύση από τη μια και η Ρωσία, η ορθοδοξία, η Kίνα (ή ακόμη και η Iαπωνία) και κατά κύριο λόγο το ισλάμ από την άλλη. Στο πλαίσιο αυτό η κριτική γεωπολιτική έχει εύστοχα καυτηριάσει τις νέες δήθεν πιο εκσυγχρονισμένες μεγαλόστομες «αφηγήσεις-κατασκευές» περί γεωοικονομίας ή σύ- γκρουσης πολιτισμών μεταξύ «καλής Δύσης» και των «πολιτισμικά Άλλων». Όπως επισημαίνεται, αυτού του είδους η γεωπολιτική, όπως και η κλασική, όχι μόνο δεν μπορεί να εδραιωθεί ως σοβαρή επιστημονική ενα- σχόληση, αλλά είναι άκρως αντιδραστική, γιατί η ατζέντα της είναι η κατασκευή συνόρων και απειλής από τον Άλλο, προκειμένου αυτός να αποκλειστεί και να δικαιολογείται η ισχυροποίηση με στρατιωτικά κριτήρια, με στρατιωτικοποίηση, εξοπλισμούς, ισχυρό στρατό κατά των υποτιθέμενων εξωτερικών απειλών αλλά και των εσωτερικών εχθρών που δήθεν αποτελούν πέμπτη φάλαγγα του εχθρού, με αποτέλεσμα την κυριαρχία της «ασφάλειας» (securitization) στην πολιτική (βλ. τέλος Kεφαλαίου 4). Όπως καταλήγουν οι θεωρητικοί της κριτικής γεωπολιτικής, αυτές οι μορφές γεωπολιτικής δεν είναι τίποτε άλλο από στρατευμένες φαντασιώ- σεις, όπως ήταν επί Ratzel, Mackinder και Haushofer.615
ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Agnew, J., Geopolitics: Re-visioning World Politics (London: Routledge, 1998).
Brzezinski, Z., The Grand Chessboard: American Primacy and its Geostrategic Imperatives (New York: Basic Books, 1997).
Dalby, S., ‘Geopolitical Discourse: The Soviet Union as Other’, Alternatives, 13 (1988). Gottmann, J., ‘The Background of Geopolitics’, Military Affairs, 6, 4 (1942).
Gray, C., The Geopolitics of Superpower (Lexington: University Press of Kentucky, 1988).
Huntington, S. κ.ά., The Clash of Civilizations? The Debate (New York: Foreign Affairs, 1996).
Kissinger, H., Does America Need a Foreign Policy? Towards a Diplomacy for the 21st Century (New York: Simon & Shuster, 2001).
Lacoste, Y., La Géographie, ça sert, d'abord, à faire la guerre (Paris: Maspero, 1976). Luttwak, E., The Endangered American Dream (New York: Simon and Schuster, 1993).
Ó Tuathail, G., ‘Problematizing Geopolitics: Survey, Statesmanship and Strategy’, Transactions of the Institute of British Geographers, 19 (1994).
Ó Tuathail, G., Critical Geopolitics: The Politics of Writing Global Space (Routledge, 1996).
O’ Loughlin, J. & H. Heske, ‘From “Geopolitik” to “Géopolitique”: Converting a Discipline for War to a Discipline for Peace’, N. Kliot & S. Waterman (Ed.), The Political Geography of Conflict and Peace (London: Belhaven Press, 1991).
Parker, G., Γεωπολιτική: παρελθόν, παρόν και μέλλον (Αθήνα: Ροές, 2002) [αρχική αγγλική έκδοση
Geopolitics: Past, Present and Future (London: Pinter, 1998)].
Tunander, O., P. Baev & V.I. Einegel (Ed.), Geopolitics in Post-Wall Europe: Security, Territory and Identity (London: Sage, 1997).
Χουλιάρας, A., Γεωγραφικοί μύθοι της διεθνούς πολιτικής (Αθήνα: Ροές, 2004).

O conceito de geopolítica. [Tradução do texto em grego, ainda não revisada]

Resumo

Este texto começa com o conceito de geopolítica e considerações  iniciais sobre este novo ramo da geografia política. O estudo da geopolítica é então examinado, dividido em quatro fases: (1) 1890-1945, geopolítica clássica, consistindo da geopolítica alemã e da escola anglo-saxônica (geopolítica) do conflito entre grandes estados marítimos e interiores, ( 2) 1960-1975, o período que faz parte de sua 'política de poder', (3) 1975-1989, o período de dois setores geopolíticos distintos, a geoestratégia, principalmente nos EUA, e a géopolitique francesa, que enfatiza na dimensão ambiental e (4) 1990-hoje, a era pós-bipolar da maioria tendências, com uma nova tendência importante na geopolítica crítica.

Tendências "panorâmicas", considerando construções sociais, forças armadas em favor da hegemonia de certas grandes potências.

Introdução

A dimensão geográfica da política (localização geográfica, fronteiras naturais, saída do mar, recursos naturais, tamanho, clima, subsolo, etc.) é uma questão que tem sido motivo de preocupação para a antiguidade grega, com seus principais representantes. Heródoto (484-424 aC) e Aristóteles, até o Iluminismo, com os principais representantes Montesquieu em sua obra O Espírito das Leis (1748) e o economista liberal francês, filósofo do iluminismo e político Turgot (1727-178) com o trabalho de Géographie politique (1752) .576

A geografia política deu origem à "geopolítica", termo dado ao cientista político sueco Rudolf Kjellen (1864-1922). A geopolítica, o estudo do comportamento internacional dos estados e da política internacional "a partir de sua dimensão espacial ou geográfica" 577 ou "o estudo da influência de fatores geográficos na ação política" 578 ​​tem estado no centro das últimas décadas novamente. de discussão. No entanto, esta é uma perspectiva controversa. Para alguns, é um instrumento fundamental para a análise, compreensão e antecipação da política internacional (e, em particular, da política externa dos grandes estados); para outros, não é sequer uma abordagem cientificamente sólida, mas uma invenção voltada para a soberania de alguns estados grandes. Para alguns, é definido em termos de determinístico, com pouca ou nenhuma divergência,

Nos mais de 120 anos desde a primeira aparição da geopolítica, surgiram várias versões, algumas das quais são incompatíveis umas com as outras, como se fossem sub-ciências completamente diferentes, por ex. a Escola Geoestratégica Americana e o ambiente geopolítico francês. A geopolítica, com suas muitas faces, passou por várias fases de 1890 até hoje:

1.         1890-1945: Isso é conhecido como a geopolítica clássica, que consistia da vitória Geopolitik germa-, inspirados pela biologia e da escola anglo-saxónica (geopolítica) a luta entre marítimos e terrestres grandes estados.

2.         1960-1975: Este é o momento que faz parte da dura versão do realismo, sua "política de poder" (Realpolitik), principalmente nos EUA e em parte na Grã-Bretanha.

3.         1975-1989: emergem dois setores geopolíticos completamente diferentes, a geoestratégia e a grande estratégia, principalmente nos EUA e em parte na Grã-Bretanha, e a nova geopolítica, a francesa géopolitique, que dá ênfase na dimensão ambiental.

4.         1990-presente: Esta é a era pós-bipolar de múltiplas tendências, com várias versões panorâmicas, com uma grande tendência nova na geopolítica crítica, originalmente nos EUA.

A geopolítica combina geografia com política internacional e ciência política. Mas desde o seu lançamento, tem havido dúvidas sobre sua credibilidade científica. Tradicional-

Que geógrafos perceberam a geopolítica na melhor das hipóteses como sinônimo de geografia política, na pior das hipóteses, como pseudociência. A visão dominante sobre estas questões foi no contexto do possibilismo ambiental-geográfico do grande geógrafo político francês Paul Vidal de la Blanche (1845-1918), que argumentou que os fatores geográficos contextos e limitações nas sociedades humanas, oferecendo diferentes possibilidades de ação, mas sem determinismo. A maioria dos sociólogos e cientistas políticos, por outro lado, não aceitava que os componentes geográficos pudessem ser absolutamente decisivos na política internacional. Além disso, Havia sido apontado desde o início que o ponto de vista geopolítico original estava sendo usado a serviço da expansão e do imperialismo de certas Grandes Potências, o que era inaceitável para a contemplação científica. Antes da Primeira Guerra Mundial, isso foi enfatizado por importantes geógrafos e anarquistas, como o francês Élisée Reclus (1830-1905) e o russo Piotr Kropotkin (1842-1921), que até destacaram a dimensão ambiental da geografia política. No período entre guerras, críticas semelhantes foram feitas por Albert Demangeon (1872-1940), o mais destacado geógrafo político francês da época.580 que até destacou a dimensão ambiental da geografia política. No período entre guerras, críticas semelhantes foram feitas por Albert Demangeon (1872-1940), o mais destacado geógrafo político francês da época.580 que até destacou a dimensão ambiental da geografia política. No período entre guerras, críticas semelhantes foram feitas por Albert Demangeon (1872-1940), o mais destacado geógrafo político francês da época.580

Apesar das objeções, a geopolítica ganhou terreno no espírito do fin de siècle (final do século XIX), uma era de dúvida, pessimismo e cinismo que prevaleceu na Europa do século XIX ao século XX. Tornou-se moda na busca da política externa de grandes estados que buscavam receitas fáceis de entender em termos da Realpolitik. Esse também era o propósito da própria "geopolítica clássica", que, nas palavras de um de seus fundadores, aspirava a atuar como um "anjo alado", sussurrando conselhos sábios aos políticos e diplomatas. quando eles tomariam as grandes decisões na política internacional. O que é certo é que, desde o início, a geopolítica era claramente etnocêntrica (como é sua estratégia tradicional relativa, ver capítulo 4), principalmente a perspectiva de um estado forte para manter ou maximizar seu poder no cenário internacional. Mas vamos começar as coisas desde o começo, quando a geopolítica começou seu curso.

Geopolítica clássica (1890-1940)

A escola alemã

O primeiro a formular uma visão geopolítica integrada é o geógrafo alemão Friedrich Ratzel (1844-1904), 581 fundador da Escola Alemã de Geopolítica, então conhecida como Geopolitik. No final do século 19, Ratzel, influenciado pelas teorias da evolução da espécie de Charles Darwin (1809-1882), o darwinismo social, e as posições do zoólogo Ernst Haeckel (1834-1919) (um dos principais proponentes do racismo científico, que acreditavam que as "raças humanas" eram completamente separadas e hierarquicamente estruturadas, comparavam os estados a "organismos vivos" que, como animais na teoria de Darwin (Ratzel estudara zoologia e biologia), emergiram; como em uma luta de sobrevivência implacável em um lugar [Raum]). Em suas obras, e principalmente em seu volumoso livro Geografia Política de 1896, Ele argumentou que os estados que lutam por sua sobrevivência não podem ser confinados a um determinado espaço. Em contraste com os estados fracassados, os estados prósperos com uma "cultura" elevada (Kultur em alemão) distinguem-se pelas expansões contínuas à custa de outros países que os ocupam e colocam neles um selo cultural pesado. A falta de extensão leva ao enfraquecimento, murchamento e possivelmente desaparecendo. O principal elemento de um grande estado foi, segundo Ratzel, o poder (Macht). Em virtude de seu poder, um estado poderoso consegue dominar sua região. Segundo Ratzel, todo grande estado com crescente população e vitalidade precisa de um "espaço vivo" cada vez maior (Lebensraum) para nutrir seu povo e desenvolver sua cultura. Um elemento indispensável do potencial de expansão é a existência de uma população rural dinâmica composta de agricultores independentes (não escravos). Países como a Alemanha, embora grandes e poderosos, não têm muito espaço natural, já que a China, a Rússia ou os EUA, por outro lado, devem adquiri-lo expandindo suas fronteiras, com colônias, colonos ea criação de um exército grande e bem equipado, bem como uma poderosa marinha e marinha mercante (o último ponto foi emprestado principalmente por Mahan, veja abaixo para ele).

A disseminação e sistematização das ideias de Ratzel deve-se ao sueco Rudolf Kjellen (Professor de Ciência Política na Universidade de Uppsala), que foi mais direto nas suas opiniões sobre geopolítica.583 Kjellen, nascido na Alemanha, preocupou-se com o surgimento de uma Europa catastrófica. e para a fortuna de seu pequeno país, ele defendia o governo de um grande estado, uma Alemanha pacífica na Europa Central, que atuaria como um protetor de pequenos países como a Suécia. Também argumentou que a Alemanha, para crescer, precisava de controle sobre outras regiões além da Europa central, como o sudeste da Europa, o Oriente Médio e a África. Kjellen, inspirado por Ratzel, considerou a geopolítica baseada em quatro pilares: 584

         no Reich (estado) como um conceito territorial que precisa de espaço    vital ( Lebensraum),

         para o povo (Volk) como a dimensão população-racial do estado,

         a necessidade de auto-suficiência financeira face a mudanças e riscos no mercado internacional,

Ou       para a sociedade (Gesellschaft) que foi a dimensão social da organização de uma nação e contribuiu para o seu glamour cultural.

As obras de Kjellen, que sistematizaram e apresentaram as teorias de Ratzel da maneira mais completa e determinista, foram publicadas em alemão em 1917, pouco antes da derrota da Alemanha na Primeira Guerra Mundial e tiveram uma influência particular sobre a Alemanha nazista no período entre guerras.585

O terceiro representante importante da escola alemã é Karl Haushofer (1869-1946). Professor Haushofer, um estrategista durante a Primeira Guerra Mundial e fundador do Instituto Geopolítico da Universidade de Munique, foi inspirado pelas idéias de Ratzel, Kjellen e Mackinder (veja abaixo para o último) e apresentado com "uma forte dose de chauvinismo alemão", a "base legal para o expansionismo alemão" .586

Haushofer acreditava que os estados eram organismos vivos inseparavelmente ligados a uma terra, a um povo e a um exército que lutavam pelo bem de sua pátria e por sua sobrevivência. Ele argumentou que as fronteiras estaduais são "zonas de batalha" em vez de limites legalmente estabelecidos entre os estados (ou seja, eles eram contra os princípios básicos da evolução do direito internacional, como a integridade territorial e a independência da soberania). As fronteiras entre os países são móveis, mudando de acordo com seu poder como organismos vivos. Esta é a regra orientadora para estados fortes se eles quiserem permanecer em estados fortes e grandes poderes. Alemanha e Japão, devido à superlotação, sofrem de "falta de espaço", eles precisavam de um espaço de vida (Lebensraum, que também proporcionava uma dimensão psicológica), Por isso, era vital que eles ocupassem mais territórios e estendessem sua esfera de influência para estados vizinhos ou outras regiões ou continentes. Na Alemanha, a alma dessa busca por espaço vital era, segundo Haushofer (como Ratzel), os camponeses, essa população pura, tradicional e "romântica nacional", pronta para lutar por casa e derramar seu sangue por sua glória sem qualquer hesitação.

Haushofer acreditava que o grande inimigo da Alemanha não era tanto a União Rússia-União Soviética ("o ladrão da estepe" como ele a chamava) quanto "ladrões dos mares" (ou "lobos dos mares"), a Grã-Bretanha e os EUA. com seu cosmopolitismo e plutocracia e seus esforços para disseminar a liberdade de comércio e democracia. Haushofer, influenciado não apenas por Ratzel e Kjellen, mas também por Mackinder, 588 com sua teoria do supremo domínio da Terra Central (ver abaixo), aconselhou o regime nazista589 para a Alemanha aliar-se à União Soviética. , para que essas duas grandes potências garantam a soberania sobre a Eurásia. A aliança temporária entre a Alemanha e a União Soviética (o Pacto Ribbentrop-Molotov de 23 de agosto de 1939) foi uma grande satisfação para o geógrafo alemão, mas menos de dois anos depois que Hitler decidiu atacar a Rússia, a Operação Barbarossa. Começou em 21 de junho de 1941. Em geral, Haushofer era da opinião de que Hitler e o resto dos nazistas interpretaram mal suas teorias e que eles tinham pouca influência sobre o regime nazista (ele não era, porém, um membro do Partido Nazista e contra tinha sido detido ee tinha permaneceu encarcerado até mesmo no campo de Dachau) 0,590

Em geral, Haushofer era fã do eurasianismo, no sentido do domínio na Eurásia de uma hegemonia sob a Alemanha e a Rússia como aliados que competiam com o poder anglo-americano. Sua previsão era de que os pequenos estados fossem dissuasores e não sobreviveriam, já que quatro pan-regiões prevaleceriam em todo o mundo: a Euro-África, onde uma Europa unida sob a Alemanha controlaria os dois continentes e o Oriente Médio. , Pan-América sob os EUA, Pan-Ásia sob o Japão em conjunto com a China e a União Soviética com talvez algumas pequenas adições à Ásia. No contexto da necessidade de expansão, com fronteiras como zonas de batalha, a escola de Munique também desenvolveu "geopolítica de defesa" ou "geoestrategismo" como ciência militar, começando com a Guerra de Clausewitz,

A escola anglo-saxônica

O primeiro estudioso geopolítico na área anglo-saxônica é considerado o capitão norte-americano Alfred Mahan (1840-1914), presidente do Naval War College, cujo pai é conhecido como geoestratégico. Ele foi o primeiro a adotar a distinção entre as principais potências terrestre e marítima.

Mahan definiu o padrão para seu país na Grã-Bretanha e registrou em 1890 o livro A Influência do Poder Naval na História de 1600-1783 em sua admiração por seu domínio mundial como uma potência naval, com o controle exercido através do poder. marítimos e suas estações ao redor do mundo (colônias, bases navais, controle marítimo do comércio internacional e centros de transporte, etc.).

Para Mahan, uma verdadeira Grande Potência deveria ser uma força marítima, uma força de controle do mar com uma grande frota mercante e, acima de tudo, uma poderosa marinha com uma presença internacional constante em todo o mundo e controlando tudo. os pontos focais do mundo marítimo. Para que um país se torne uma grande potência marítima, ele deve ter um grande litoral, bons portos e estar localizado e controlando principalmente a área ao norte do Canal de Suez e do Canal do Panamá.592 Registrando as vantagens marítimas que possui. - Nomes contra a terra, ele pediu que os EUA (e através de seu amigo Theodore Roosevelt) abandonassem seu isolacionismo e expandissem suas colônias, adquirissem uma poderosa marinha e se tornassem uma das grandes potências. Quanto ao aspecto militar da geoestratégia, Mahan foi influenciado principalmente pelo trabalho do suíço Antoine-Henri Jomini (1779-1869), principal arcebispo de Napoleão, e mais tarde pelo czar Alexandre I, principal concorrente de Clausewitz em teoria. estratégia militar. O trabalho de Mahan tornou-se bem conhecido na Europa, tanto na Inglaterra como na Alemanha, e em particular no grande Kaiser Wilhelm II (que posteriormente procurou a Alemanha para se tornar uma grande potência naval como a Grã-Bretanha) .593

O principal fundador da escola anglo-saxônica de geopolítica foi o geógrafo britânico Halford Mackinder (1861-1947), embora nunca tenha usado o termo "geopolítico" que ele detestava não gostar.594 Mackinder, ao contrário de Mahan, não era otimista sobre o futuro da marinha. O geógrafo britânico era um "imperial britânico característico" que definiu a nova era internacional, a partir da segunda metade do século XIX, como "pós-colombiana". As descobertas terminaram no final da "Era colombiana", com toda a Terra conquistada e conhecida de um extremo ao outro (com exceção das duas regiões do Ártico). Na nova era, em contraste com as descobertas "colombianas" (15 e meados do século XIX), durante as quais dominaram as forças navais (Portugal, Espanha, Os Países Baixos (e mais notavelmente Inglaterra-Grã-Bretanha), a soberania retornaria à "Terra Central", como na era de grandes movimentos nos 3º e 4º séculos dC, primeiro dos povos alemães, na queda do Império Romano, e então de eslavo e mongol. Esse domínio das forças terrestres ocorreria com o advento de novas tecnologias e, em particular, com o advento da ferrovia, que mudaria a relação entre forças terrestres e navais em detrimento dessas últimas.

Segundo o geógrafo britânico, o "Heartland" - ou "Pivot", como era originalmente chamado - era a parte central da Eurásia, inacessível e inacessível aos ataques das forças navais. Este seria o castelo inexpugnável do grande poder interior. Mackinder, em um famoso discurso para a Royal Geographical Society em Londres (1904), habilmente colocou: “Quem governa a Europa Oriental tem o comando [comandos] na Terra Central. Quem governa a Terra Central tem uma constituição na Ilha do Mundo [Eurásia], Quem governa o mundo tem uma Constituição em todo o mundo. " "E" crescente exterior ", isto é, áreas cobertas pelo alto mar,

Outra celebridade que influenciou especificamente o pensamento geopolítico americano foi o cientista político americano Nicholas Spykman (1893-1943), influenciado por Mahan e principalmente por Mackinder, mas criticou o segundo. Segundo Spykman, Mackinder superestimou o potencial da Terra Central e argumentou que o isolamento geográfico não era um fator.

poder, mas sim um fator de fraqueza. Ele também não considerou o contraste entre forças navais e terrestres. Um papel-chave para Spykman foi desempenhado pelos "territórios periféricos" ou "Rimland", como ele os chamava, a área ao redor da Terra Central (o crescente interno de Mackinder), que poderia impedir seu grande poder terrestre. Terreno Central para acesso e saída para o mar. De acordo com Spykman, qualquer um que "controla Stephanie governa a Eurásia" e que "governa a Eurásia controla as fortunas do mundo". Os EUA deveriam controlar Stephen e ser capazes de controlar como potência naval e potencialmente como potência global o mundo inteiro. Em sua teoria, Spykman estabeleceu as bases para a política subsequente de "deter" a "ameaça soviética" desenvolvida por Kennan (ver p.

Geopolítica moderna

Após o fim da Segunda Guerra Mundial, a geopolítica desapareceu como uma palavra e como um debate científico respeitável por cerca de um quarto de século, devido à sua identificação no Ocidente com Hitler e o nazismo. Como observou o filósofo francês, sociólogo e realista internacionalista Raymond Aron (1905-1983), que exerceu uma grande influência na escola realista no Ocidente e especialmente nos EUA, a escola alemã era na verdade apenas uma ideologia, uma "biológica". uma ideologia geográfica que se sobrepunha à ciência atendia às necessidades e aspirações específicas da Alemanha. Expansão "tornou-se inevitável e legal no caso da vida e da morte".

No entanto, a lógica da geopolítica não havia desaparecido, especialmente a lógica da escola anglo-saxônica. O que desapareceu, pelo menos no debate científico sério, é a escola alemã, especialmente em termos de suas bases biológicas darwinianas e a necessidade de contínua expansão territorial (só sobreviveu em alguns países latino-americanos nas primeiras décadas após a Segunda Guerra Mundial, ainda a vemos hoje na mente de alguns intelectuais da Grécia e da Turquia, como o filósofo político Panagiotis Kondylis (1943-1998) e o internacionalista Ahmed Davutoğlu (mais tarde Ministro das Relações Exteriores e Primeiro Ministro). th Turquia).

Inicialmente houve uma integração de aspectos da geopolítica na política internacional, especialmente em dois campos, análise de política externa e estudos estratégicos. A análise da política externa, no final da década de 1960, assumiu a dimensão geopolítica como parte do “ambiente de negócios” (fatores externos) dentro do qual um estado opera, quer deseje ou não, em sua política externa (ver Capítulo 3). A) Essa dimensão, no entanto, não significa que os estados estejam presos a dados geopolíticos sem uma escolha.

Estudos estratégicos (ver Capítulo 4) encontrados no início da Guerra Fria (1947-1971), muito valorizados no Ocidente, foram o espaço privilegiado para a preservação da perspectiva geopolítica. O geo

Essa ladainha no Ocidente era quase idêntica à escola do realismo, começando com a estratégia de contenção de Spykman e Kennan. Também foi planejado - e para alguns ainda é planejado - o babuíno fantasma inventado por Mackinder em 1904, que teria uma constituição na Europa Oriental e na Eurásia, o que se traduziria em medo e uma sensação de ameaça ao Ocidente. expandindo a necessidade de defendê-lo pelo perigo de um grande poder sobre

 continente e depois a Eurásia, com a União Soviética a suceder a Alemanha nazista como candidata a este papel.601

No final dos anos 1960, um papel central no retorno da geopolítica foi representado pelo realista teórico das relações internacionais, Henry Kissinger, que o usou em sua busca para garantir a supremacia dos Estados Unidos no sistema bipolar internacional da Guerra Fria.

Mas na década de 1970, a geopolítica (geoestratégia clássica e americana) sofreu seu primeiro desafio global de uma concepção de geopolítica igualmente militante, mas completamente diferente, com o fundador e figura central do geógrafo francês Yves Lacoste em Paris com a revista. Hérodote. A "nova geopolítica" começou com uma crítica devastadora da geopolítica como uma pseudociência. Lacoste, em seu livro intitulado La Géographie, a sert, d'abord, à faire la guerre, argumenta que a geopolítica tradicional está a serviço da guerra, da prosperidade e da aplicação de poderosos Estados em todo o mundo. Lacoste e seus associados em Hérodote estabeleceram uma nova geopolítica antiautoritária, tomando o fio de Vidal de la Blanche, e principalmente de Reclus, que, Como dissemos, ele destacou a dimensão ambiental da geografia política. Ao contrário da geopolítica clássica, a escola francesa, conhecida como géopolitique, não é centrada no Estado, mas global em sua visão, focando nos problemas ambientais do planeta. A humanidade é percebida como um todo unificado, não como o soberano da natureza capaz de transformá-lo como bem entender, mas como participante de um todo ambiental no qual a natureza deve ser tratada com cuidado, compreensão e respeito. Também enfatiza a dimensão geográfica do mundo subdesenvolvido na era pós-colonial.603 com ênfase nos problemas ambientais do planeta. A humanidade é percebida como um todo unificado, não como o soberano da natureza capaz de transformá-lo como bem entender, mas como participante de um todo ambiental no qual a natureza deve ser tratada com cuidado, compreensão e respeito. Também enfatiza a dimensão geográfica do mundo subdesenvolvido na era pós-colonial.603 com ênfase nos problemas ambientais do planeta. A humanidade é percebida como um todo unificado, não como um soberano da natureza capaz de transformá-lo como bem entender, mas como participante de um todo ambiental no qual a natureza deve ser tratada com cuidado, compreensão e respeito. Também enfatiza a dimensão geográfica do mundo subdesenvolvido na era pós-colonial.603

Mas voltemos à geopolítica mais estabelecida da área anglo-saxônica, hoje conhecida como a geoestratégica e a "grande estratégia" da "Segunda Guerra Fria" (1977-1989), que sucedeu a recessão do período. 1973-1978 (que levou ao Ato Final de Helsinki em 1975). Os representantes geo-estratégicos são internacionalistas realista pragmáticos, como o britânico-americano Colin Gray, os americanos Edward Luttwak e Zbigniew Brzezinski e, é claro, Kissinger.

Em 1990, com o fim da Guerra Fria, houve uma grande ansiedade sobre o futuro, após a euforia inicial de "O Fim da História" (Francis Fukuyama), o fim do conflito entre diferentes ideologias e a predominância do modelo liberal e dos EUA. como o único líder

Assim, especialmente nos EUA, formas de geografia política e geopolítica foram desenvolvidas no campo do estudo da política internacional que, como a geopolítica clássica, tendem a representações panorâmicas e dicotômicas do espaço internacional em termos de termos grandiosos e panorâmicos. geopolítica anglo-saxônica clássica. O propósito dessas análises, que aparecem como "grandes teorias", é "aconselhar" o Ocidente e, acima de tudo, o líder do Ocidente, os Estados Unidos, sobre o que fazer para continuar a ter vantagem na era incerta e fluida de hoje.606

Na era pós-Guerra Fria, a ênfase é colocada na diferença entre a ordem internacional no "oeste democrático favorecido", por um lado, e a "anarquia", em outro, conhecida como a distinção "Casa Mundial" .607 Luttwak argumenta que a "geoeconomia" toma conta. agora a localização da geopolítica (ou será a principal geopolítica de hoje e de amanhã), com sua colisão no campo econômico global entre os EUA e o Japão, 608 ou outros EUA-China. Kissinger argumenta que na era do pós-guerra existem quatro mundos diferentes: o primeiro mundo é o Ocidente, o mundo da paz e da prosperidade, o segundo mundo é o mundo da competição Rússia-China-Japão-Índia, o terceiro mundo está preocupado o Oriente Médio, com conflitos religiosos e ideológicos insuperáveis ​​(como a Europa do início do século XVII) e o quarto é o mundo africano da pobreza, conflitos civis e AIDS.609 Brzezinski apresenta o tabuleiro mundial de xadrez da Eurásia (mais ou menos no pensamento de Mackinder) e apresenta várias estratégias pelas quais os EUA serão capazes de manter o controle e a primazia.610 No entanto, a "geopolítica" proposta pelo político americano teve mais influência e disseminação. cientista Sa Muel Huntington, que até então não havia lidado com questões internacionais.

De acordo com Huntington, o fim da Guerra Fria trouxe à luz um novo conflito global, caracterizado por uma "linha cultural" indelével entre o Ocidente e as outras oito "culturas" (veja o mapa abaixo), que ele citou. "Choque de civilizações". As outras "culturas" (designadas pelo cientista político americano conservador com base na religião) não são culturalmente capazes de abraçar os princípios ocidentais da democracia, dos direitos humanos, do Estado de direito, da tolerância e do secularismo. O Ocidente, portanto, não tem escolha senão entrar em conflito ou se isolar de outros mundos. Huntington, no entanto, opõe-se ao conflito frontal e a favor de se distanciar de outros mundos culturais.

Nos estudos internacionais muito mais elaborados de hoje, essas construções convencem principalmente o público em geral e alguns tomadores de decisão, e muito menos a comunidade científica, especialmente em relação ao que aconteceu antes. Especificamente em relação à forma do Huntington, sua posição tem apenas uma pluma de superfície. Não é sustentável, como mostraram especialistas de várias disciplinas. Não existem diferenças e pontes entre as "culturas", um termo que, além do mais, não é convincente como Huntington coloca. É certo que não há maiores ou mais conflitos entre grupos pertencentes a mundos culturais e religiosos diferentes. O empreendimento do cientista político americano aparentemente foi o recipiente da corrente neoconservadora dos Estados Unidos, movendo-se em termos maniqueus,

Posteriormente, a partir do final dos anos 1980, um novo e mais sofisticado fluxo de geopolítica, geopolítica crítica, foi inicialmente sentido, inicialmente na América do Norte (EUA e Canadá) e depois na Irlanda. A Grã-Bretanha e os Estados escandinavos e outros lugares, que se moveram em termos de pensamento crítico e pós-modernismo (ver Capítulos 1 e 2). Os principais representantes da geopolítica crítica são John A. Agnew, Simon Dalby, Geároid Ó Tuathail, Klaus Dodds, Paul Routledge, Joanne Sharp e outros. A geopolítica crítica não define a geopolítica como a influência das dimensões geográficas e espaciais na política internacional, mas como a pesquisa da "política de registro planetário" e da "imaginação geográfica", isto é, suposições e percepções geográficas que são construções mentais que influenciam a tomada de decisão na política internacional. A geopolítica clássica, o geoestrategismo moderno, a geoeconomia e a geopolítica estão sendo desconstruídas como exercícios puros de poder e autoridade (como "geo-poder") e todos, com exceção de informações científicas inocentes. É considerado como um ato político ativo e deliberado de "registrar" o mundo, como um discurso voltado para a hegemonia das grandes potências e, sobretudo, como o discurso hegemônico dos EUA.

A geopolítica crítica é construída sobre três idéias básicas: (1) que existe uma política - diríamos, conveniência política, uma agenda política - por trás de todas as formas de conhecimento geográfico, especialmente na geopolítica tradicional por Ratzel e Mackinder. aos analistas conservadores realista modernos, (2) que existem pressupostos geográficos específicos sobre os quais todas as práticas e iniciativas políticas são estruturadas no cenário internacional, e (3) a fim de descobrir as duas idéias acima, é necessário mfisvitisi aquelas percebidas 'como um dado, o mais estável e permanente" 0,614

A geopolítica crítica identifica mitos geopolíticos dominantes e narrativas geopolíticas que se identificam com questões fundamentais de estados e grupos étnicos, como segurança, território / território e identidade nacional ou cultural. Vê-se, assim, que as análises geopolíticas, a partir de 1900, desempenharam um papel importante na política internacional dos Estados poderosos, não porque as posições geopolíticas fossem cientificamente corretas - mais ou menos todas foram refutadas e usadas conscientemente em suas decisões de política externa. - mas porque eles eram mitos persuasivos sobre aqueles que perseguiram a política externa do Kaiser William II e Hitler para os EUA durante a Guerra Fria ou hoje no pós-Guerra Fria ou pós-11 de setembro. No post de hojeera bipolar, as construções geopolíticas maniqueístas - mitos da Guerra Fria (leste-oeste

"Good-bad", "Friend-Enemy") são hoje revisitados pela distinção entre Centro / Mundo por um lado e Caos por outro: o Ocidente por um lado e Rússia, Ortodoxia, China (ou mesmo o Japão e principalmente o islamismo do outro. Nesse contexto, a crítica geopolítica reprimiu apropriadamente as novas "narrativas-construções" em larga escala supostamente mais modernas sobre a geoeconomia ou choque de culturas entre o "Bom Oeste" e os "Outros Culturais". Como se assinalou, esse tipo de geopolítica, assim como a clássica, não só pode ser estabelecida como uma preocupação científica séria, mas altamente reativa, porque sua agenda é construir fronteiras e ameaças do Outro, para que possa ser excluída. e justificar o fortalecimento por critérios militares, por militarização, equipamento, um forte exército contra supostas ameaças externas, mas também inimigos internos que supostamente constituem a quinta falange do inimigo, resultando na securitização da política (ver o final do Capítulo 4). Como concluem os críticos da geopolítica crítica, essas formas de geopolítica não passam de fantasias militantes, como as de Ratzel, Mackinder e Haushofer.

SELEÇÃO DE BIBLIOGRAFIA

Agnew, J., Geopolítica: Re-visioning World Politics (Londres: Routledge, 1998).

Brzezinski, Z., The Grand Chessboard: American Primacy e seus imperativos geoestratégicos (New York: Basic Books, 1997).

Dalby, S., 'Discurso Geopolítico: A União Soviética como Outro', Alternatives, 13 (1988). Gottmann, J., 'O Fundo da Geopolítica', Assuntos Militares, 6, 4 (1942).

Gray, C., A Geopolítica da Superpotência (Lexington: University Press of Kentucky, 1988).

Huntington, S. κ.ά., O choque de civilizações? O Debate (New York: Foreign Affairs, 1996).

Kissinger, H. A América precisa de uma política externa? Rumo a uma diplomacia para o século XXI (New York: Simon & Shuster, 2001).

Lacoste, Y., Geography, serve, em primeiro lugar, para fazer guerra (Paris: Maspero, 1976). Luttwak, E., The American Sonho em Perigo (Nova York: Simon e Schuster, 1993).

Ó Tuathail, G., "Geopolítica Problematizadora: Pesquisa, Estabilidade e Estratégia", Transações do Instituto de Geógrafos Britânicos, 19 (1994).

Ó Tuathail, G., geopolítica crítica: a política de escrever o espaço global (Routledge, 1996).

O 'Loughlin, J. & H. Heske,' De "Geopolitik" para "Géopolitique": Convertendo uma disciplina para a guerra a uma disciplina para a paz ', N. Kliot e S. Waterman (Ed.), A Geografia Política do Conflito e Paz (Londres: Belhaven Press, 1991).

Parker, G., Geopolítica: passado, presente e futuro (Atenas: Flows, 2002) [versão em inglês original

Geopolítica: Passado, Presente e Futuro (London: Pinter, 1998)].

Tunander, O., P. Baev e VI Einegel (Ed.), Geopolítica no pós-muro da Europa: Segurança, Território e Identidade (London: Sage, 1997).

Houliaras, A., Mitos Geográficos da Política Internacional (Atenas: Roes, 2004).

 



Ċ
Darcy Carvalho,
9 de jan de 2015 03:39
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 18:15
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 06:05
Ċ
Darcy Carvalho,
29 de mai de 2019 07:21
Ċ
Darcy Carvalho,
29 de mai de 2019 07:18
Ċ
Darcy Carvalho,
7 de ago de 2019 14:26
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 07:21
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 10:36
Ċ
Darcy Carvalho,
5 de jul de 2014 07:46
Ċ
Darcy Carvalho,
28 de mar de 2014 08:24
Ċ
Darcy Carvalho,
9 de jan de 2015 04:39
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 17:16
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 05:19
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 05:33
Ċ
Darcy Carvalho,
11 de jul de 2014 10:33
Ċ
Darcy Carvalho,
7 de ago de 2019 14:17
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 10:05
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 03:45
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 10:52
Ċ
Darcy Carvalho,
17 de ago de 2019 12:24
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 09:47
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 08:21
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 16:36
Ċ
Darcy Carvalho,
7 de ago de 2019 15:32
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 11:25
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 17:23
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 05:18
Ċ
Darcy Carvalho,
8 de ago de 2019 08:34
Ċ
Darcy Carvalho,
13 de dez de 2015 06:13
Ċ
Darcy Carvalho,
21 de ago de 2019 12:36
Comments